Αιγαία Θάλασσα

Ίσως είναι το αλάτι. Ίσως κι η πέτρα, γυμνή κι ανελέητη στο φως του μεσημεριού. Σβήνει κάθε τι περιττό. Μένουν οι μυρωδιές, του φασκόμηλου και της ρίγανης, του ξερού τσακισμένου χόρτου σε ιδρωμένες ανηφοριές. Μια σαύρα τρέχει θροΐζοντας να κρυφτεί σε ρωγμές – λάμπει για μια στιγμή, έπειτα χάνεται. Κι ο ήχος μπλε, αεικίνητος, παφλάζει κάτω, σύρριζα στον γκρεμό.

Ένα παράθυρο κρέμεται αφαιρετικά στο κενό, πάνω απ’ τα βόρεια βράχια της Φολεγάνδρου. Φεγγίτης κάστρου, μετέωρος κάπου στον περασμένο αιώνα, δεν είχε ηλεκτρικό. Ίσκιοι από λάμπες πετρελαίου τρεμόπαιζαν στα δωμάτια, θολωτές πόρτες, τόξα πάλλευκα που συνδέουν τα σπίτια και τους ανθρώπους. Θυμάσαι, Κώστα;

IMG 0696

Γνώρισα το Αιγαίο χάρη στον Κώστα. Του χρωστάω ένα ευχαριστώ. Για το φως. Το περπατήσαμε βήμα βήμα, σκαλί το σκαλί, νησί το νησί, διαπλεύσαμε τον κάθε Αύγουστο. Ή και Απρίλη. Μήνες που αρχίζουν με άλφα, εξαρχής. Βότσαλα, ένα ένα, μάζεψα τα ταξίδια σ’ ένα καλάθι – λείο, στιλπνό σώμα ανάμνησης κάθε νησί. Όπου βότσαλο και πατρίς – μ’ ένα διπλό σλίπιν-μπαγκ. Με σκηνή αργότερα, με δωμάτιο, με μπαλκόνι, με βάρκα, κυκλάδα η μνήμη στροβιλίζεται πάλλευκη, σαν τον αέρα που φυσούσε στη Σίκινο, να σαλπάρει τα σπίτια να τα πάρει μαζί του. Πάλλονταν οι ασβεστωμένες αυλές, τα πεζούλια, σκαλιά, σφυρίζοντας στο μελτέμι. Φούσκωνε ο χάρτης, ιστιοφόρος, και διαχέονταν οι παραλίες, Σίφνος ή Σαντορίνη, η μια μες στην άλλη, μπερδεύονται στις αναθυμιάσεις του ήλιου τα βότσαλα, μαύρα λιθάρια, άσπρα λιθάρια, αχνίζουν, το βλέμμα στέκει στο τέλος έκθαμβο, σκαλώνει στο παραμύθι - βουνό της Σερίφου. Το σουβλερό καπέλο της μάγισσας καρφώνει τα σύννεφα. Με τα σκαρφαλωμένα σπίτια χρυσά, στην πλαγιά ενός αποχαιρετιστήριου δειλινού.

Κι όμως, δεν είναι παντού λευκόχρυσο το Αιγαίο. Γι’ αυτό λέω – ίσως είναι το αλάτι. Που εξαγνίζει τα μάτια. Βαφτίζει τα πράγματα με καινούρια ονόματα και στα παραδίδει αλλιώς. Νεογέννητα. Σαν την αιφνίδια λαμπερότητα της πολύχρωμης Σύμης ή την αχλύ της ανατολής στα πέτρινα κάστρα της Ρόδου. Ή σαν ετούτο εδώ, κάθε απόγευμα, το ηλιοβασίλεμα που με φιλοξενεί σταθερά τα τελευταία χρόνια σε μια δυτική ακτή των Δωδεκανήσων. Αναδύονται οι γύρω πλεούμενοι όγκοι, αποκαλύπτονται λίγο λίγο, ρόδινοι στ’ ανοιχτά τ’ ουρανού και της θάλασσας – η γαλήνια Λέρος, η ευλαβής Πάτμος, η απρόβλεπτη Ικαρία – και δεν έχουν ονόματα. Ούτε η θάλασσα τούτη έχει ταυτότητα. “Ζούμε σε ωραίο πλανήτη” λέω μονάχα, παρακολουθώντας μια καθημερινή αναγέννηση της στεριάς, εξαρχής, μεσ’ απ’ τ’ αλάτι.

“Ζούμε σε ωραίο πλανήτη, αλλά τον καταστρέφουμε” με προσγειώνει ο καπτα-Θεοδόσης, στο δίπλα τραπέζι του καφενείου. Βρίσκομαι στο “νησί της σφουγγαροσύνης”, στην Κάλυμνο. “Ήξερες το, μαθέ, ότι από το Τσέρνομπιλ και μετά, ηρρωστήσασι τα σφουγγάρια;”

Όχι, δεν το ’ξερα. Παρότι ο τόπος εδώ μου είναι οικείος, ως τόπος της μισής μου καταγωγής, η λεπτομέρεια αυτή μου είναι άγνωστη. “Νόμιζα πως οι σφουγγαράδες λιγόστεψαν γιατί έγινε ασύμφορο το επάγγελμα” λέω.

“Ασύμφορο; Εδώ ζήσαμε όλο το νησί από το σφουγγάρι, έναν αιώνα και βάλε! Εβουτούσαμε, μια στην Κρήτη, μια στη Λιβύη, κι ηβγάζαμεν το σφουγγάρι σε καιρούς που ’ταν κίντυνος. Τι με σκάφαντρο και σε χτύπαε η νόσο, τι γδυμνός με το κρύο και τα σκυλόψαρα... Και τώρα που υπάρχουσι τα μέσα; Ημολύνθη η Μεσόγειο!”

Δυο τουρίστες, από τους λιγοστούς που επισκέπτονται τούτη την, ιδιότυπη σε ιδιοσυγκρασία, γωνιά του Αιγαίου, έχουν σταματήσει την ιεροτελεστία του δείπνου τους (αργές μπουκιές, ξανθοί ψίθυροι, ροζ μωβ ορίζοντες) και παρακολουθούν την ακαταλαβίστικη βροντώδη διάλεκτο. Μάλλον τους εντυπωσιάζει το πάθος – η ζωική ορμή δεν έχει γλώσσα, είναι ευδιάκριτη στα ευέξαπτα μάγουλα του γέρο σφουγγαρά, όπως και κάθε Καλύμνιου.

“Είναι ευαίσθητο ζωντανό το σφουγγάρι, ίντα θαρρείς; Πρώτο αυτό ηρρώστησε – βγήκαμε για δουλειά τη χρονιά του Τσέρνομπιλ, κι ήτο να κλαις. Ήπιανές το στα χέρια κι έλιωνε...”

Έχει τόνους στοργής η φωνή του. Μιλάει για σφουγγάρια όπως ένας βοσκός θα μίλαγε για τα ζώα του.

“Βούταγες χρόνια, καπτα-Θεοδόση;”

“Αν βούταγα...” τα μάτια γεμίζουν αρμύρα. Νοσταλγία βυθού και γαλαζοπράσινες σιωπές.

Το ίδιο κι ο άλλος απόμαχος δύτης, ο καπτα-Νικόλας. Οστεώδης αυτός, λιτός, βραχώδες πρόσωπο, όμοιο με την πλαγιά που υψώνεται κατακόρυφη πίσω απ’ το σπίτι. Η μικρή του αυλή έχει γεμίσει καλώδια, κάμερες, ανάμεσα στα κοφίνια με σύνεργα ψαρικής, τις ασβεστωμένες γλάστρες με τα γεράνια και τα κακαρίσματα των πουλερικών που διανθίζουν την αφήγησή του. Ήρωας για μία μέρα σε ντοκιμαντέρ της ΝΕΤ, διηγείται το “τραίνο της ζωής του” (στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά του Κωστή Ζώη). Αν και δεν μπήκε σε τραίνο ποτέ – μόνο πλεούμενα γνώρισε, βάρκες, καΐκια, αχταρμάδες, λατίνια, πέρα δώθε στη Μπαρμπαριά.

“Ακόμα βλέπω στον ύπνο μου πως βουτάω... Αυτό το δηλητήριο το αλάτι, στο αίμα μέλι γίνεται...”

Κι ο καπτα-Μικές. Κι ο καπτα-Μανώλης. Κι ο καπτα-Σκεύος. Κι ολόκληρο το νησί. Νοσταλγώντας την υγρή μήτρα των σκοτεινών βυθών, μιας μάνας θάλασσας έτσι όπως αυτοί τη γνωρίζουν, τα σπηλαιώδη μυστικά του αργού χτύπου στις φλέβες, τη σαγηνευτική έλξη του σφουγγαριού που σαλεύει, σιωπηλή μέδουσα που πετρώνει το βλέμμα, το παγιδεύει, μες στην ανάγκη, το ρίσκο, το φόβο και την παλικαριά – νοσταλγώντας. Και ταυτοχρόνως γελώντας, γελώντας πολύ, ανασκουμπώνονται σήμερα να γίνουν, στο γύρισμα του αιώνα, ξενοδόχοι. Σφουγγαρίζει δωμάτια με ανασηκωμένα μπατζάκια ο καπτα-Μικές, σα να ξεπλένει την κουβέρτα του καϊκιού. Πέρα δώθε με τον κουβά, ξυπόλητα πόδια που πατούν σταθερά στο χιούμορ της ράτσας του. “Ε, μια που αφήσαμε το σφουγγάρι, είπα να πιάσω τη σφουγγαρίστρα!” Μικρά, πολλά, ξυπόλητα εγγόνια τρεχολογούν γύρω του – η πολυτεκνία στην Κάλυμνο έχει παράδοση. Ο ίδιος δίνει εύγλωττη εξήγηση.

“Τι κάνατε στο νησί τους έξι μήνες που δεν ταξιδεύατε κάθε χρόνο;” ρωτάει το τηλεοπτικό συνεργείο.

“Παιδιά κάναμε! Τι άλλο να κάμεις; Χειμώνας ήτο, έκαμε και κρύο…”, ρίχνει ματιές πονηρές στη γυναίκα του.

Η κυρά Σεβαστή, με διπλωμένα χέρια μπροστά στην ποδιά της, υπομειδιά με χαμόγελο κοριτσιού.

Ήμουν παιδί όταν πρωτόρθα στην Κάλυμνο, με τη μάνα μου να με κρατάει απ’ το χέρι και τους συγγενείς να μας υποδέχονται – “τι να σε φιλέψω, μαθέ;” – με τόνους γλυκά, μεζέδες, επιφωνήματα, και πολλά δύσπεπτα ονόματα. “Θες πλιζίνα;” ρωτούσε η θεία – “καρπούζι”, μετέφραζε η μάνα μου. “Βγάλε τις κούννες”, συνέχιζε η μια - “τα κουκούτσια”, μετέφραζε η άλλη. Μου είχε φανεί άλλος πλανήτης. Δεν είχε ακόμα ηλεκτρικό (περασμένος αιώνας, οι ίσκιοι μεγάλωναν στα δωμάτια) και, αντί για τηλέφωνο, μεγάλωναν οι φωνές και σέρνονταν στα υψώματα, γίνονταν τόξα πολύχρωμα συνδέοντας τους ανθρώπους. “Εεε! Καλοτίνααα! Είναι ο Σακελλάρης εκεί-ει-εί;”

Αντιφωνούσε η Καλοτίνα, η Θεμελίνα, η Σεβαστή, βγαίνοντας από το αντίπερα μπλε, κίτρινο, άσπρο σπίτι – βγαίνουν μια μια οι γυναίκες στα κατώφλια της μνήμης μου, προβάλλουν στις αμφιθεατρικά υψωμένες αυλές, μικρόσωμες στην απόσταση, μαυροντυμένες ως να γυρίσουν οι άντρες απ’ τους βυθούς, αντιφωνώντας, χορός αρχαίος χωρίς κορυφαίους. Μανάδες, βράχοι μητριαρχίας ως σήμερα. Μήτρες στεριάς εκπαιδευμένες να περιμένουν τ’ αρσενικά τους παιδιά – γιους, πατεράδες, συντρόφους, αδέρφια, εραστές – αποκαλώντας τους τρυφερά “ο αφέντης μου”, χωρίς να το εννοούν. Χειραφετημένες οι Καλυμνιές. Και τότε και τώρα.

“Να σου πω εγώ για τις Καλυμνιές!” παίρνει φωτιά με πάθος η Πόπη. Πρόεδρος του τοπικού Λυκείου Ελληνίδων, με βομβαρδίζει απνευστί με λαογραφικές, ιστορικές, κοινωνικές και προσωπικές της μνήμες, γνώσεις, ανέκδοτα, γνωμικά, υφαίνει ιστορίες αλλεπάλληλες σ’ ένα αδράχτι ανεξάντλητο – ο πετροπόλεμος του ’35, η αντίσταση στην ιταλοκρατία, με τις γυναίκες στα υψώματα να λιθοβολούν τους ιταλούς στρατιώτες. Ή πώς κλείνουν τ’ αρνιά του Πάσχα στη γάστρα, πώς χτίζουν τους φούρνους με λάσπη, ο λασποπόλεμος του μεγάλου Σάββατου, με τους γείτονες να κραδαίνουν το λασπωμένο μυστρί “χρίζοντας” ξεκαρδισμένοι τα μούτρα ο ένας του άλλου. (Την ακούω και σκέφτομαι πως η πολεμοχαρής φύση αυτού του νησιού διακρίνεται ως και στα έθιμα. Δωριείς, βλέπεις – διαφέρουν από τους ήπιους Ίωνες των γύρω νησιών…)

Ποιά κεντίδια, ποιά βότανα – συνεχίζει ακάθεκτη – ποιές τελετές συνοδεύουν τους γάμους ή τους θανάτους, ποιές προσευχές στον Άη Νικόλα γίνονται τάματα, λάβαρα, κυματίζουν σε βάρκες, αναβλύζουν σε στίχους, κατευοδώνουν με βιολιά και λαούτα τον ομαδικό στόλο των «μηχανικών».

“Της μηχανής το φόρεμα θα το μαλαματώσω”, μου θυμίζει το γνωστό νησιώτικο τραγούδι. “Πόσοι ξέρουνε στην Ελλάδα ότι η «μηχανή» και το «φόρεμα» αναφέρονται στη στολή του δύτη με σκάφανδρο;”

Με συγκινεί όχι τόσο το ερώτημα, όσο το πάθος της.

Έχει βραδιάσει. Καινούριο φεγγάρι σκαλώνει στη σκοτεινή πυραμίδα, απέναντι, της Τελέντου. Μυστηριακό σχήμα, φυγαδεύει το Αιγαίο σε άλλους κόσμους. Στο φως της μέρας είναι απλώς ένα θυγατρικό της Καλύμνου νησάκι, πέντε λεπτά αντίπερα με τη βάρκα. Κατοικείται. Το πρωί από τους λιγοστούς της κατοίκους, τη νύχτα από ίσκιους. Μεγαλώνουν οι ίσκιοι και σέρνονται, γίνονται ψίθυροι, τραβούν με κλωστές το φεγγάρι, το μπερδεύουν, το ξεμπερδεύουν, το ρίχνουν στη θάλασσα, τροφή στις γοργόνες.

Έχει πολλές γοργόνες στο Αιγαίο. Κάποτε τις ξορκίζανε στήνοντας ξύλινα ομοιώματά τους στην πλώρη, ξόανα, εξίσου αποτελεσματικά πιθανόν όσο και τα λάβαρα στον Άη Νικόλα. Που και που ακόμα τα συναντάς, σε σκαριά λουσάτα, για τους τουρίστες. Έχει ένα τέτοιο ο βαρκάρης ο Γιάννης, παίρνει βόλτα τους ξανθούς επισκέπτες και τους κάνει γύρο την Τέλεντο να δουν σε τι ωραίο πλανήτη ζούμε. Όλοι μας. Κι αυτοί, κι εμείς. Και τα πλάσματα του βυθού. Χαμηλώνει ταχύτητα όταν η θάλασσα είναι λάδι, και τους δείχνει τα βάθη – λένε πως μια βυθισμένη αρχαία πόλη κοιμάται ανάμεσα στην Τέλεντο και στην Κάλυμνο. “Μπορείς να τη διακρίνεις” επιμένει, κι είναι σαφές ότι εκείνος τη βλέπει. Αρχαία τείχη διαθλώνται στα μάτια του, ψάρια τα περιδιαβαίνουν αργά. Οι γοργόνες κοιμούνται, δεν έχει πέσει ακόμα ο ήλιος. Ξυπνούν μόνο τη νύχτα. Βγαίνουν στα βράχια στη βορεινή πλευρά της Τελέντου, της Φολεγάνδρου, της Σάμου, ρίχνουν κλωστές στο φεγγάρι, το τραβούν ώσπου να στρογγυλέψει, να ασημώσει. Να γίνει βότσαλο, να πέσει στη θάλασσα. Μες στ’ αλάτι.

keimena Σοφία Γιαννάτου

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λέξη / αφιέρωμα ‘Το Αιγαίο’, 2001