Γεώργιος Κολίσογλου - Ο μηχανικός

Ο κ. Γεώργιος Κολίσογλου γεννήθηκε στις 16 Μαΐου το 1946 στην Αθήνα, στην Καισαριανή. Η καταγωγή του είναι από τη Μικρά Ασία, από τα Κιουπλιά της Προύσας. Τον Μάρτιο του 2018 είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά μαζί με τη σύζυγο του την κ. Νίκη στο σπίτι τους στην Κερατέα Αττικής. Είναι πατέρας τριών αγοριών. Ο ένας του γιος ο Στέλιος που με έφερε σε επαφή μαζί του είναι συνδύτης μου. Πάντοτε άκουγα ιστορίες, όχι μόνο από τον Στέλιο, αλλά και από άλλους δύτες για τον “Μηχανικό”, έναν άνθρωπο που ξεκίνησε στην κυριολεξία από το “0” και που η θέληση του και το πείσμα του τον οδήγησαν να διακριθεί στις υποβρύχιες εργασίες, στον σχεδιασμό και στην κατασκευή μεγάλων και σημαντικών θαλάσσιων έργων. Αυτή είναι η ιστορία του.

DSC01

13 Μαρτίου 2018

 

Συνέντευξη του Γ. Κ.

στον Κ. Δ.

 

Κ. Δ.: Πότε ήρθατε σε πρώτη επαφή με τη θάλασσα;

 

Γ. K.: Η οικογένεια μου δεν είχε απολύτως καμία σχέση με τη θάλασσα. Απορώ αν ποτέ είχαν βουτήξει και τα πόδια τους μέσα. Για να πάμε παλιά από την Καισαριανή στη θάλασσα, είχε διαδικασία. Παίρναμε λεωφορείο, κατεβαίναμε Ζάππειο, άλλο λεωφορείο από εκεί για Άλιμο ή Φλοίσβο, ταλαιπωρία. Όμως αγαπούσα τη θάλασσα και όποτε είχα τη δυνατότητα την επισκεπτόμουν. Αλλά δεν μπορούσα να μάθω μπάνιο. Χρησιμοποιούσα σωσίβιο για να καταλάβεις και έμενα στα ρηχά. Κάποια στιγμή προσπαθούσα να κάνω μακροβούτια, βουτούσα για λίγο αλλά δεν μπορούσα να επιπλεύσω.

 

Κ. Δ.: Πως γίνεται λοιπόν ένας άνθρωπος να βρεθεί στους βατραχανθρώπους χωρίς να ξέρει μπάνιο;

 

Γ. K.: Όταν υπηρέτησα στο Πολεμικό Ναυτικό, στον Κανελλόπουλο, ως μηχανικός, εκεί με πήγανε, ζήτησαν να δηλώσει όποιος ήθελε να εκπαιδευτεί ως βατραχάνθρωπος. Εγώ δήλωσα αμέσως. Σκέφτηκα ότι ακόμα και βατραχάνθρωπος να μην γινόμουν, τουλάχιστον θα μάθαινα μπάνιο. Από εκεί ξεκίνησε το πανηγύρι. Ήταν το 1967. Μετά από επίγειες ασκήσεις που πέρασα επιτυχώς, βρέθηκα μπροστά στην πισίνα των βατραχανθρώπων. Η πισίνα αυτή είχε μήκος 20 με 30 μέτρα, δεν θυμάμαι καλά, αλλά έπρεπε να τη διασχίσω. Αυτό που μπορώ με σιγουριά να σου πω είναι ότι αν είχε ακόμα μισό με ένα μέτρο για να πιαστώ από το πεζούλι, θα βούλιαζα. Και τα είχα δώσει όλα για να φτάσω εκεί. Ως τότε, δεν ήξερα κολύμβηση, φορούσα μία ζώνη, όποτε πήγαινα στη θάλασσα, σαν σωσίβιο ήταν και με αυτό κολύμπαγα. Οι εκπαιδευτές έμαθαν ότι δεν ήξερα να επιπλεύσω και γι’ αυτό έφαγα και πολύ καψώνι. Αυτό που με έμαθε μπάνιο ήταν οι πατητές. Με πέταγαν μέσα στην πισίνα ένα δύο άτομα και με πάταγαν, με πήγαιναν στον πάτο. Εκεί συνειδητοποίησα ότι είχα πνευμόνια, ότι είχα αντοχές και άρχισα να παλεύω μαζί τους, όποτε συνέβαινε αυτό και τους έδιωχνα από πάνω μου. Όποτε δηλαδή με άρπαζαν υποβρυχίως, γύριζα, έβαζα τα πόδια μου στο στήθος τους και τους έσπρωχνα μακριά και έφευγα ανάσκελα με υποβρύχιο κολύμπι ως την άλλη άκρη της πισίνας. Αξίζει να αναφέρω ότι η πισίνα τότε ήταν μία γούρνα μέσα στο έδαφος και με μία αντλία τη γέμιζαν με θαλασσινό νερό που σπάνια το άλλαζαν. Ήταν μέσα στη θολούρα και αυτή ήταν σύμμαχος μου για να τους ξεφεύγω. Έρχονταν με ξαναέπιαναν, πάλευα μαζί τους αλλά δεν μπορούσαν να με κρατήσουν κάτω. Τους έσπρωχνα, πάλευα, έπαιρνα ανάσες και κατάλαβα ότι δεν ήταν τόσο εύκολο να πνιγώ. Όταν πήραμε τον πρώτο καταδυτικό μισθό, ήταν 950 δραχμές τότε, κατέβηκα στην παραλία του Πειραιά και αγόρασα μία μάσκα και ένα ζευγάρι πτερύγια champion που μου είχαν προτείνει οι εκπαιδευτές. Τα πτερύγια αυτά ήταν πολύ καλά. Τα είχα από τότε μέχρι και τελευταία που βρέθηκα στη Σαουδική Αραβία, εκεί τα άφησα. Επειδή παίρναμε Παρασκευή απόγευμα και όλο το Σαββατοκύριακο άδεια, διότι όλη την εβδομάδα είχε εκπαίδευση, εγώ με τη μάσκα και τα πτερύγια και με ένα μικρό ψαροντούφεκο με ελατήριο που είχα πάρει τότε, καβάλαγα τη μηχανή και γύρναγα στις θάλασσες. Μία από αυτές τις ημέρες με βρήκε στην Κακιά Θάλασσα. Εκεί προσπαθούσα να εφαρμόσω μόνος αυτά που μας μάθαιναν μέσα στη σχολή. Ξαφνικά στα δέκα με δώδεκα μέτρα, άθλος για μένα, είδα κάτι να γυαλίζει. Βούτηξα και τράβηξα ένα στρογγυλό πράγμα. Ήταν μία ασημένια βάση που βάζουν τα καντήλια, θαμμένη μέσα στην άμμο και εξείχε μόνο ο κρίκος. Ήταν η πρώτη μου κανονική βουτιά και το πρώτο μου εύρημα στη θάλασσα. Όταν λοιπόν γύρισα Δευτέρα μέσα, τους είπα ότι βούτηξα και βρήκα αυτό το ασημένιο καντηλιέρι. Από πίσω μου ήταν ένας εκπαιδευτής που δεν τον είχα δει. Μου τράβηξε μία σφαλιάρα και μου είπε “σιγά ρε μην βούτηξες”, δεν το πίστευε. Ο εκπαιδευτής που είχαμε, ο Κλάδης, υπαξιωματικός του ναυτικού, μας πήρε τότε για ελεύθερη κατάδυση. Αν δεν έπιανες τα 17 μέτρα με ελεύθερη κατάδυση δεν φορούσες φιάλες στην πλάτη. Εγώ είχα το προτέρημα και είχα γερά πόδια και γερά πνευμόνια. Στη στεριά δεν με έπιανε κανένας από θέμα αντοχής. Στα 100 μέτρα ερχόμουν τρίτος, τέταρτος. Όμως στα 5 μίλια για παράδειγμα και πάνω, ήμουν πρώτος με διαφορά. Το ίδιο συνέβαινε και στο κολύμπι, όταν βελτιώθηκα. Στο ένα μίλι για παράδειγμα, ένα μίλι ήταν να φύγουμε από τη σχολή και να πάμε στο λεμβαρχείο του Παλάσκα και να γυρίσουμε, ήμουν τρίτος. Αλλά σε κολύμβηση άνω του ενός μιλίου ήμουν συνεχώς πρώτος.

 

Κ. Δ.: Ποιά ήταν η συνέχεια στη Σχολή Βατραχανθρώπων;

 

Γ. K.: Η συνέχεια; Λοιπόν, πήγαμε για την πρώτη ελεύθερη κατάδυση. Ένα σχοινί με κόμπους κατέβηκε ως τα οχτώ μέτρα. Στην άκρη του είχε έναν κουβά με βότσαλα μέσα και κόκκινα σημαιάκια για τη σήμανση των μέτρων. “Ποιός θα βουτήξει πρώτος;” “Εγώ” απάντησα. Όλοι γέλασαν. “Σιγά μην κατέβει ο Κολίσογλου στα οχτώ μέτρα να φέρει πέτρα από τον κουβά” σκέφτηκαν. Βούτηξα και την έφερα πάνω. “Πάμε πιο βαθιά” διέταξε ο Κλάδης “και αφού έφερε ο Κολίσογλου πέτρα πάνω ουαί και αλίμονο σε όποιον δεν φέρει πέτρα στην επιφάνεια” απείλησε τους εκπαιδευόμενους. Πήγαμε στα 14 μέτρα. Βούτηξε ένας Κρητικός, γερό παιδί και καλός κολυμβητής, ο Νταγκουνάκης. Πέτρα δεν ανέβασε. Βούτηξα δεύτερος και την έφερα πάνω. “Νταγκουνάκη αν δεν φέρεις πέτρα πάνω πέθανες σήμερα” του φώναξε. Δοκίμασε δύο με τρεις φορές, δεν μπόρεσε, ήταν και ο Σκαραμαγκάς πολύ θολός τότε και δεν έβλεπες. Τον Νταγκουνάκη από εκείνη τη στιγμή τον τάραξαν στο καψώνι και τελικά το παιδί εγκατέλειψε. Δεν άντεξε. Εγώ από τότε ανοίχτηκα. Συνεχώς κολύμπαγα. Όπου και να πήγαινα από το πρωί ως το βράδυ κολύμπαγα. Έπαιρνα τον κουμπάρο μου και πηγαίναμε στη θάλασσα, στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, οπουδήποτε, κολύμπαγα. Αργότερα μας πήγαν στα 17 μέτρα, όπου με άνεση έπιασα την πέτρα και ξεκίνησα να βουτάω με τις συσκευές μαζί και με τους άλλους επιτυχόντες. Συνήθως όμως στις καταδύσεις μας χρησιμοποιούσαμε τους Aqualung, ρυθμιστές μονού σταδίου, εισαγωγή και εξαγωγή με τους διπλούς σωλήνες. Υλικά πολλά δεν υπήρχαν τότε. Ο Κιοσές ήταν ένας απ’ τους πιο τρελούς βατραχανθρώπους. Ο πατέρας του και ο πεθερός του ήταν ναύαρχοι. Αυτός λοιπόν με τις διασυνδέσεις που είχε, έφερε στολές, έφερε regulators και άρχισε να φτιάχνει η κατάσταση. Τριάντα μήνες ήμουν στους βατραχανθρώπους, λόγω δικτατορίας. Όταν πήρα το πτυχίο πήρα κατευθείαν απόσπαση στη ΝΟΑ 2 στην Κρήτη για τους επόμενους δέκα μήνες. Υπήρχε η βάση των βατραχανθρώπων στον Σκαραμαγκά, η ΝΟΑ 1 στη Σαλαμίνα, η ΝΟΑ 2 στην Κρήτη και δύο-τρεις βατραχάνθρωποι στρατεύσιμοι πήγαν στην Κύπρο ως εκπαιδευτές. Η Κρήτη με εξοικείωσε πολύ με τον βυθό. Το πρόγραμμα μας ήταν μονίμως καταδυτικό. Κάναμε καταδύσεις και μεγάλης διάρκειας και βαθιά. Τα νερά ήταν καθαρά και ζεστά, καμία σχέση με τον Σκαραμαγκά. Οι ασκήσεις που κάναμε, τα γυμνάσια ήταν τολμηρά.

 

Κ. Δ.: Μπορείτε να περιγράψετε κάποια άσκηση;

 

Γ. K.: Φυσικά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μία άσκηση του ΝΑΤΟ στη Σούδα. Ξεκινάει το γυμνάσιο έντεκα το βράδυ και λήγει με την ανατολή του ηλίου. Όλος ο στόλος είναι εχθρικός, Άγγλοι, Γάλλοι, Αμερικάνοι και Έλληνες, συν οι εγκαταστάσεις του ναυστάθμου. Έμας μας μεταφέρουν σε ένα ερημικό σημείο και μας αφήνουν. Σκοπός της αποστολής μας είναι να κάνουμε μακρινή πορεία επιφανείας, να βρούμε σημείο να καταδυθούμε και χωρίς να μας αντιληφθούν να τοποθετήσουμε εκρηκτικά στα ύφαλα των πλοίων τους. Ήταν νύχτα χωρίς φεγγάρι, καλό αυτό για μας, αλλά πλήρη άπνοια, κακό αυτό γιατί χωρίς κυματισμό γρήγορα θα μας έβλεπαν. Στην άσκηση αυτή θα χρησιμοποιούσαμε επαναπνευστήρες με οξυγόνο. Το μέγιστο βάθος κατάδυσης λόγω του οξυγόνου ήταν τα 9 μέτρα. Ο στόχος μας ήταν το εγγλέζικο πλοίο πρώτα, έπειτα από εντολή των ανωτέρων, όπως του συγχωρεμένου του Παπαγρηγοράκη και του Γουλέα που ήταν σε ένα ΑΒΑΚ και επέβλεπαν την άσκηση. Οι Άγγλοι είχαν μία κορβέττα με εφτά βατραχανθρώπους μέσα. Εμείς σε όλη την Κρήτη είμασταν τρεις ναύτες και ένας υπαξιωματικός, όλη η ομάδα μας ήταν στον Σκαραμαγκά. Ξεκίνησα ζευγάρι με τον αδερφό της γυναίκας μου, τον Γιάννη. Πλησιάσαμε λίγο κολυμπώντας στο σκοτάδι, αλλά οι Εγγλέζοι είχαν μια άκατο, έκοβαν βόλτες και έλεγχαν το παραμικρό. Είχαν τρεις προβολείς, έναν στη γέφυρα, έναν πλώρα, έναν πρύμα και έτσι όπως τους έριχναν στο νερό μέχρι και το βουνό απέναντι φαινόταν όπως τη μέρα. Ο ναύσταθμος, οι αποθήκες πυρομαχικών όλα φωτίζονταν. Λέω στον Γιάννη αδύνατον να πλησιάσουμε κι άλλο χωρίς να μας εντοπίσουν. Αποφασίσαμε να καταδυθούμε αν και η απόσταση μας από τον στόχο ήταν τρομακτικά μεγάλη. Φαντάσου ότι είμασταν 2 ώρες και ένα τέταρτο εν καταδύσει για να βρεθούμε κάτω από τον Εγγλέζο. Το καράβι είχε φώτα γύρω-γύρω και σκοπιές. Εμείς κινηθήκαμε υποβρυχίως με αργό ρυθμό, ρηχά πρώτα και δεμένοι με σχοινί μεταξύ μας για να μην χαθούμε. Κάθε λίγο συμβουλευόμουν την πυξίδα, το βυθόμετρο και ένα ρολόι Rolex που μου είχε εμπιστευθεί για την κατάδυση ο Γουλέας. Εντωμεταξύ, το βυθόμετρο μου δεν είχε φώσφορο και για να ελέγχω το βάθος, πλησίαζα την πυξίδα και το Rolex που είχε τρομερό φώσφορο στο βυθόμετρο για να βλέπω το βάθος. Τελοσπάντων, όταν προσεγγίσαμε το πλοίο και διακρίναμε τα φώτα του στην επιφάνεια, έκανα κάτι που περιείχε πολύ ρίσκο. Σκέφτηκα ότι αν τυχόν είχαν βατραχανθρώπους κάτω γύρω από το πλοίο, αυτοί ήταν “τύπος και υπογραμμός”, δεν υπήρχε περίπτωση να ξεπεράσουν τα 9 μέτρα. Οπότε συννενοηθήκαμε και επιχειρήσαμε ως εξής. Κλείσαμε την παροχή καθώς καταδυόμασταν και αγγίξαμε πυθμένα στα περίπου 33 μέτρα, έπειτα αρχίσαμε να αναδυόμαστε και ανοίξαμε πάλι την παροχή του αερίου ρηχά κάτω από το πλοίο και το αγγίξαμε. Χάραξα τα αρχικά μου στην προπέλα, ήταν σημάδι ότι είχα βάλει εκρηκτικά.

 

Κ. Δ.: Η πρώτη φορά που αναπνεύσατε υποβρυχίως πως ήταν;

 

Γ. K.: Πολύ άνετα, μου άρεσε πολύ αυτή η αίσθηση. Ασχέτως αν ήταν παλαιού τύπου αυτοί οι αναπνευστήρες, ήταν πολύ άνετοι και καθόλου κουραστικοί. Οι φυσαλίδες έβγαιναν από το πρώτο στάδιο κι όχι από το δεύτερο και δεν σου έπαιρναν τα αυτιά. Αργότερα πήρα και δύο mistral. Τους χρησιμοποιούσα πολύ στη φωτογράφηση ναυαγίων, επειδή είχα καθαρό οπτικό πεδίο μπροστά χωρίς φυσαλίδες. Το μόνο μειονέκτημα τους ήταν η στάση σώματος. Αν γύριζες ανάποδα για παράδειγμα μπούκωναν, έπρεπε να διατηρείς κατάλληλη στάση σώματος κατά την κατάδυση.

 

Κ. Δ.: Το καταδυτικό τοπίο πως ήταν τότε το 1967;

 

Γ. K.: Φτωχό, πολύ φτωχό, σχεδόν πρωτόγονο. Η κατάδυση ήταν κάτι το απαγορευμένο. Σχολές δεν υπήρχαν. Μόνο τον Νίκο Καρτελιά θυμάμαι που σε ένα παλιό κτίριο στην Καστέλα είχε ξεκινήσει το πρώτο καταδυτικό. Η κατάδυση ήταν τότε στα σπάργανα.

 

Κ. Δ.: Όταν τελειώσατε με τη θητεία σας στις υποβρύχιες καταστροφές με τι ασχοληθήκατε;

 

Γ. K.: Αποφοίτησα από το σχολείο 22 των Ο.Υ.Κ. με βαθμό πτυχίου 85.4%. Ασχολήθηκα έπειτα με τις μηχανές. Επισκεύαζα μοτέρ και άνοιξα και ένα μικρό συνεργείο. Όμως τα πράγματα στένευαν, ήθελα με τη Νίκη να παντρευτούμε. Η Νίκη, η γυναίκα μου, ήταν η αδερφή του φίλου μου του Γιάννη από τα Ο.Υ.Κ., εκείνος μου τη γνώρισε. Σπίτι δεν είχαμε, μεροδούλι-μεροφάι είμασταν, οπότε είπα να κάνω κανένα ταξίδι ως ναυτικός, να βγάλω κάποια χρήματα και να ξεκινήσουμε τη ζωή μας. Πράγματι έτσι έγινε. Έκλεισα το μαγαζί και πήγα στα καράβια. Από το 1970 και μετά ξεκίνησα ως μηχανικός να ταξιδεύω με ωκεανοπόρα πλοία τον κόσμο. Πήγα Αμερική, Ιαπωνία, Καναδά, παντού. Ταξίδεψα για τρία χρόνια περίπου. Γύρισα για λίγο και αποφάσισα να ξαναμπαρκάρω για ένα τελευταίο ταξίδι και όταν σύντομα επέστρεψα, με τα χρήματα που είχα συγκεντρώσει, κάναμε τον γάμο και αγοράσαμε και ένα σπίτι στην Καλλιθέα. Άνοιξα ένα συνεργείο στην πλατεία της Καισαριανής και δούλευα εκεί μέχρι που ήρθε η επιστράτευση, το 1974. Όταν παρουσιάστηκα μαζί με τον Γιάννη, ήταν ο Παπαγρηγοράκης διοικητής που μας γνώριζε. Δεν μας κράτησε καθόλου μέσα. Κράτησαν αυτούς που είχαν απολυθεί πιο πρόσφατα. Εμείς είχαμε περάσει την πενταετία από την απόλυση μας. Μας είπαν μόνο ότι θα συμμετείχαμε σε κάποια προγράμματα μετεκπαίδευσης. Έτσι γύρισα στο συνεργείο μου. Εκεί είχα 20 μηχανάκια που μου είχαν αφήσει οι πελάτες. Μου τα παράτησαν στην κυριολεξία, διότι τους είχαν καλέσει κι αυτούς στον στρατό. Είχα επισκευάσει τις μηχανές και δεν ερχόταν κανένας να τις πάρει. Χρήματα έβγαζα μόνο με κάποιες ψιλοδουλειές και έτσι βάδιζα, απογοητευμένος.

 

Κ. Δ.: Και τι κάνατε για αυτό; Ποιά η συνέχεια της πορείας σας;

 

Γ. K.: Δεν συμβιβάστηκα με την κατάσταση, αλλά έψαξα και άλλη παράλληλη δουλειά από αγγελίες, διότι η Νίκη ήταν έγγυος στο πρώτο παιδί τότε και ζητούσα κάτι για να έχουμε και καλύτερη ασφάλιση. Πράγματι, βρήκα δουλειά σε ένα εργοστάσιο που λεγόταν “Μονώσεις & Προστασία” ως οδηγός προσωπικού. Αυτό το εργοστάσιο έκανε μονώσεις των αγωγών στη θάλασσα για λογαριασμό της γαλλικής εταιρίας Alstom, η οποία έφτιαχνε στη Δ.Ε.Η. τους αγωγούς ψύξης των ατμοτουρμπίνων. Μετέφερα λοιπόν το προσωπικό από την Αμφιθέα που ήταν το εργοστάσιο στη Δ.Ε.Η. του Λαυρίου. Όμως δεν ήμουν ένας απλός οδηγός, γιατί είχα τεχνικές γνώσεις. Τους βοήθησα σε κάποιες μονώσεις αγωγών που γίνονταν με εποξειδικό υλικό και το εκτίμησαν και με χρησιμοποίησαν σε διάφορες δουλειές. Η εταιρία είχε δύο οδηγούς. Ο ένας ήταν πάντα κοστουμαρισμένος και έκανε τις μεταφορές και εγώ πάντα με μία φόρμα. Και μετέφερα το προσωπικό και δούλευα στις εργασίες που είχαν αναλάβει. Δούλευα με τα πιστόλια, δούλευα στις αντλίες αέρος, σε πολλές εργασίες. Είχα την εμπειρία ως μηχανικός από τα καράβια και τη χρησιμοποίησα εκεί, διότι κατά τα άλλα αγράμματος ήμουν. Συντηρούσα, επισκεύαζα, κατασκεύαζα και από 5.300 δρχ. που ήταν τότε ο βασικός μισθός του οδηγού μου ανέβασαν τον μισθό στις 11.500 δρχ. και δούλευα στην ουσία δύο δουλειές ταυτόχρονα το πρωί. Το απόγευμα πήγαινα στο συνεργείο μου και συνέχιζα να κάνω service στα μηχανάκια. Αλλά όταν ήρθαν άλλα δύο παιδιά και η οικογένεια μου μεγάλωσε, ο μισθός αυτός δεν μας έβγαζε. Ζήτησα λοιπόν δουλειά σε επισκευές καραβιών και ξεκίνησα να δουλεύω για λογαριασμό του εφοπλιστή Ευγενίδη και για άλλη μία ναυτιλιακή εταιρία που ονομαζόταν Ιωλκός. Όπου υπήρχε πρόβλημα σε κάποιο καράβι, σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, πήγαινα το επισκεύαζα και επέστρεφα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το καλό ήταν ότι δεν ταξίδευα όπως παλιότερα, 10-15 ημέρες συνήθως ήμουν μακριά από το σπίτι μου. Τότε είδα για πρώτη φορά πέντε δεκάρες στην τσέπη μου που λένε.

 

Κ. Δ.: Πως όμως ασχοληθήκατε με την επαγγελματική κατάδυση και γίνατε γνωστός;

 

Γ. K.: Ασχολήθηκα σοβαρά περίπου από το 1976. Όλα ξεκίνησαν απρόσμενα. Λόγω της δουλειάς μου τριγυρνούσα στον Πειραιά. Είχα πάει να πληρωθώ από τα γραφεία του Ευγενίδη και τότε ήταν που συνάντησα για πρώτη φορά τον Γιάννη Πανάγο. Ο Γιάννης ήταν ο γιος του Ηλία Πανάγου, γνωστού παλαιστή και είχαμε υπηρετήσει στα Ο.Υ.Κ. μαζί. Εγώ ήμουν πιο παλιός, στο 22ο σχολείο, αυτός πρέπει να ήταν στο 27ο. Του είπα με τι ασχολιόμουν και τον ρώτησα τι έκανε και εκείνος. Μου είπε ότι δούλευε στο Πέραμα, ότι προσπαθούσε να ασχοληθεί με τις καταδύσεις για κανένα μεροκάματο αλλά κι αυτό με δυσκολία έβγαινε. Eίχε μία βάρκα, μία λάντζα, με τα καταδυτικά του μέσα, φιάλες, εξοπλισμό, κομπρεσέρ και έκανε ψιλοδουλειές. Όμως του είχε χαλάσει η μηχανή και προσφέρθηκα να του την επισκευάσω, γιατί κάναμε πολύ παρέα στον στρατό. Τον μετέφερα με τη μηχανή μου, είχα πάει σπίτι του στον Βύρωνα, είχα γνωρίσει την οικογένεια του, τα αδέρφια του. Είχαμε άριστες σχέσεις από παλιά. Πήγα λοιπόν στο Πέραμα και είδα τη μηχανή της βάρκας. Ήταν διαλυμένη. Είχε φέρει κάποιον να την επισκευάσει, την είχε λύσει, δεν ήξερε να τη φτιάξει και του την παράτησε. Κάθισα λοιπόν από την αρχή και του την έφτιαξα. Τη δοκιμάσαμε και πήγαινε σφεντόνα. Μου πρόσφερε χρήματα και δεν δέχτηκα λόγω της φιλίας μας. “Δεν γίνεται, πρέπει να συνεργαστούμε” μου είπε. Του είχε προσφερθεί μία δουλειά με αγωγούς στην Αλεξανδρούπολη και μου πρότεινε να πάω. Εγώ στις επισκευές στον Ευγενίδη δούλευα όποτε τύχαινε κάτι, οπότε είχα χρόνο. Φυσικά εξοπλισμό δεν είχαμε για να τοποθετήσουμε υποβρύχιο αγωγό, ούτε την εμπειρία. Αλλά με θράσος μπορώ να πω πήγαμε. Οι φιάλες κατάδυσης μέσα στη σκουριά, το κομπρεσέρ με ζόρι δούλευε. Εξοπλισμός που μπορούσες να σκοτωθείς ήταν. Αλλά πήγαμε και με πείσμα τα καταφέραμε. Όταν λίγο αργότερα πήγα Ιταλία με την εταιρία του Ευγενίδη για κάποια δουλειά, αγόρασα 2 σετ φιάλες αλουμινίου Aralu, regulators, βαθύμετρα, φακούς, οργανωθήκαμε. Και αυτή ήταν η αρχή. Ξεκινήσαμε λοιπόν και αναλαμβάναμε καλές δουλειές. Έπειτα είχε σπάσει από μία άγκυρα ο αγωγός του Περάματος που στέλνει νερό στη Σαλαμίνα και μας κάλεσε ένας επαγγελματίας ο Μπάμπης Ιντζινές που είχε αναλάβει την επιδιόρθωση του αγωγού τότε και πήγαμε. Την τελειώσαμε την δουλειά αλλά κινδυνέψαμε, γιατί το καΐκι που είχε ο Μπάμπης δεν είχε ανάποδα. Δουλεύαμε στο μέσο του διαύλου του Περάματος στα περίπου 17 μέτρα βάθος απ’ όπου περνούσαν πλοία, πετρελαιοφόρα θηρία και το σκάφος που χρησιμοποιούσαμε για την εργασία δεν είχε ανάποδα, μόνο μπροστά πήγαινε. Πολύ επικίνδυνο αυτό γιατί δεν είχαμε επιλογή κινήσεων όσον αφορά την αποφυγή του κινδύνου σύγκρουσης με τα διερχόμενα πλοία. Στη συνέχεια θέλαμε να αναλάβουμε την πόντιση υποβρύχιων καλωδίων Ζακύνθου-Κεφαλονιάς αλλά χρειαζόμασταν καλό σκάφος. Το δικό μας σκάφος το “ΣΑΣΑ” το είχαμε στο καρνάγιο στα ναυπηγεία του Ψαρρού για συντήρηση. Με τον Ψαρρό είμαστε φίλοι. Εκεί λοιπόν είδαμε ένα υπέροχο σκαρί. Ήταν 25 μέτρα γαλβανιζέ, εγγλέζικο που το χρησιμοποιούσαν στη δίωξη λαθρεμπορίου. Είχε δύο μηχανές Paxman τύπου V και δύο ηλεκτρομηχανές Perkins. Είπα στον Πανάγο “Γιάννη, αυτό είναι καράβι καταπληκτικό και από ναυπήγηση μην τα συζητάς”. Αυτό το σκάφος ήθελε να το αγοράσει από τους Άγγλους ένας καπετάνιος, Κρητικός. Το ήθελε να μεταφέρει τους τουρίστες που διέσχιζαν το φαράγγι της Σαμαριάς. Ο Πανάγος πίεσε τον Ψαρρό να μην το πουλήσει και πραγματικά ακυρώθηκε η συμφωνία με τον Κρητικό και το αγόρασε ο Πανάγος για τη δουλειά μας. Το ονομάσαμε “PANAGOS I” και αφού του έκανα μία καλή συντήρηση στις μηχανές του, το ρίξαμε στη θάλασσα. Το πήγαμε στο Πασαλιμάνι και ετοιμαστήκαμε για τη δουλειά στη Ζάκυνθο.

 

Κ. Δ.: Ποιές ήταν οι πιο καλές δουλειές που είχατε αναλάβει;

 

Γ. K.: Ήταν Κώστα πάρα πολλές. Παραδώσαμε σημαντικά υποβρύχια έργα σε ξένους πελάτες εντός του ελλαδικού χώρου. Είχαμε πελάτες εταιρίες όπως τη γαλλική εταιρία SPIE-CAPAG, την ιταλική G.I.E., την αγγλική SAM-SEA OFFSHORE, την ελληνο-ιταλική PIRELLI FULCOR και πολλές άλλες. Το έργο που αναλάβαμε να φέρουμε εις πέρας στην Ζάκυνθο ήταν η πόντιση υποβρύχιων καλωδίων ηλεκτρικού μέχρι την Κεφαλονιά. Ήταν 4 γραμμές καλωδίων 150.000 volt η κάθε μία. Οι 3 γραμμές δουλεύουν και η μία είναι stand by. Αν κοπεί για οποιονδήποτε λόγο μία γραμμή, για παράδειγμα από άγκυρα, αυτομάτως ανάλαμβάνει η εφεδρική γραμμή και δεν διακόπτεται η παροχή ρεύματος. Τα καλώδια τα θάψαμε έως το βάθος των 25 μέτρων και μετά το καλώδιο ήταν ελεύθερο στον βυθό. Τα βάθη που ρίξαμε τα καλώδια δεν ήταν τεράστια, νομίζω στα 140 μέτρα ήταν η πιο βαθιά γραμμή. Στο έργο αυτό συνεργαστήκαμε με την ιαπωνική εταιρία DAINICHI-NIPPON, η οποία ήταν θυγατρική της MITSUBISHI. Για να καταλάβει κάποιος πως λειτουργούν τα καλώδια παροχής ρεύματος αρκεί να δει τη διατομή τους με τα διαδοχικά στρώματα που το καθένα παίζει το ρόλο του. Από μέσα προς τα έξω: σερπαντίνα, στρώμα χαλκού, πρεσαρισμένο λαδόχαρτο, στρώμα από μολύβι, πλαστικοποίηση, ατσάλινες βέργες ως προστατευτικό πλέγμα και για εξωτερικό περίβλημα πισσαρισμένο υλικό. Μέσα από το κάθε καλώδιο περνάει λάδι με πίεση για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, για ψύξη λόγω της εσωτερικής θερμοκρασίας που αναπτύσσεται. Δεύτερον, για τον εντοπισμό τυχόν ζημιάς. Αν για παράδειγμα κάποια άγκυρα τραβήξει και κόψει κάποιο καλώδιο, το λάδι που ξεχύνεται δημιουργεί κηλίδα στην επιφάνεια και η βλάβη εντοπίζεται. Έτσι μετά ανασύρεται το καλώδιο με τη βοήθεια ενός ROV και επιδιορθώνεται. Και τρίτον, όπως είναι φυσικό με τη συνεχή πίεση του λαδιού που ρέει εσωτερικά το νερό δεν εισχωρεί. Το λάδι βοηθάει με αυτόν τον τρόπο στη στεγανοποίηση. Υπήρχαν δύο σταθμοί με αντλίες που πρέσαραν λάδι για να επιτυγχάνεται συνεχής ροή, ένας ήταν στη Ζάκυνθο και ένας στην Κεφαλονιά. Εργαστήκαμε σε πάρα πολλούς τομείς. Δραστηριοποιηθήκαμε στην πόντιση καλωδίων. Τοποθετήσαμε υποβρύχιους αγωγούς καυσίμων. Ασχοληθήκαμε με αγωγούς λυμάτων και βιολογικού καθαρισμού, έχουμε ρίξει τους μεγαλύτερους, τους μακρύτερους και τους βαθύτερους. Επίσης εγκαταστήσαμε υποβρύχιους αγωγούς υγρής αμμωνίας. Κάναμε ανελκύσεις πολλών ναυαγίων, κυρίως πλοίων. Αναλάβαμε έρευνες, μελέτες, αγκυροβόλια, ιχθυοτροφία, υποβρύχιες συγκολλήσεις ή κοπές, υποβρύχιες φωτογραφίσεις, επίγειες και υποβρύχιες ανατινάξεις, λιμενικά έργα και πολλά ακόμη. Αγγίξαμε την κορυφή. Ο Πανάγος ήταν τρομερό μυαλό στις συναλλαγές του, στη διαχείριση των οικονομικών της εταιρίας και εγώ ως μηχανικός στο τεχνικό κομμάτι και να φανταστείς ότι αν μας έβαζες να γράψουμε το όνομα μας θα κάναμε δεκαπέντε λάθη. Πέρασαν από τα χέρια μας πολλά εκατομμύρια. Εγώ επίσης προσπαθούσα και τον βοηθούσα στην οργάνωση. Πήγα στην Αφρική αργότερα και του έφερα και δεύτερο καράβι από το Αμπιτζάν, ένα tug/supply, ρυμουλκό ανοιχτής θαλάσσης με ελεύθερη πλατφόρμα πίσω. Ήταν το “PANAGOS II”.

 

Κ. Δ.: Ποιές δουλειές σας έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη;

 

Γ. K.: Οι πιο σημαντικές και συνάμα επικίνδυνες σε ποσοστά δουλειές ήταν τα ναυάγια. Η ανέλκυση του ναυαγίου ΒΟΛΟΣ, του ναυαγίου ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ στη Ρόδο, του ΚΡΙΟΥ στη Στυλίδα και πολλά άλλα. Επίσης η μελέτη για την ανέλκυση της πυραυλάκατου Κωστάκος, όπου έγινε διαγωνισμός και ενώ είμασταν πρώτοι, ανέθεσαν την ανέλκυση της σε άλλους και με τριπλάσιο κόστος από τη δική μας προσφορά. Πολύ αξιόλογη δουλειά ήταν η βιντεοσκόπηση ενός αρχαίου ναυαγίου στη Ζάκυνθο, σε βάθος 30 μέτρων περίπου που ανακαλύψαμε κατά τη διάρκεια της πόντισης των καλωδίων στο Ιόνιο. Ένα μεγάλο φορτίο με μάρμαρα, αμφορείς και με άλλα αντικείμενα, ένας θησαυρός. Φωνάξαμε τον Αλέξη Παπαδόπουλο που δούλευε με κάμερες Rolleiflex και Hasselblad. Το δηλώσαμε στην αρχαιολογική υπηρεσία του υπουργείου πολιτισμού. Δεν ενδιαφέρθηκε κανείς. “Πολυέξοδη η συντήρηση, άστο εκεί” μας είπαν και έτσι βρίσκεται παρατημένο, αθέατο και ανέγγιχτο. Δεν μπορώ να ξεχάσω το υποβρύχιο U-133 που ανακαλύψαμε πρώτοι στην Αίγινα και το βουτήξαμε. Οι καταδύσεις έγιναν με αέρα στο βάθος των 80 μέτρων. Το ξέρω ότι ακούγεται επικίνδυνο, ακραίο και παράλογο η ναυαγιοκατάδυση σε τέτοιο βάθος με αέρα, αλλά εγώ προσωπικά έχω καταδυθεί με αέρα έως τα 100 μέτρα και δεν λέω ψέματα. Θέλαμε με τον Πανάγο να το ανελκύσουμε. Στεγανό ήταν, θα το γεμίζαμε με αέρα και θα έβγαινε σαν μπουκάλι στην επιφάνεια. Το ανακοινώσαμε στις εφημερίδες, τρέξαμε στις πρεσβείες, κινηθήκαμε γραφειοκρατικά. Εκεί έμεινε. Τέλος δεν μπορώ να μην αναφέρω και την επισκευή των θυροφραγμάτων του υδροηλεκτρικού σταθμού της Δ.Ε.Η. στα Σφηκιά, στη Βέροια. Εκεί το πρόβλημα ήταν ότι οι προστατευτικές σχάρες του φράγματος έσπαγαν και δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία. Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ. Όταν τους είπα ότι ο λόγος που έσπαγαν ήταν διότι με το φορτίο των πιέσεων ανασηκώνονταν τουλάχιστον 2.5 μέτρα και εξαιτίας της τριβής κόβονταν, όλοι γέλασαν. Οι μηχανικοί, ο χειριστής, όλοι. Ούτε ο Γιάννης Πανάγος το πίστεψε. Όμως είδαμε τα σχέδια, κάναμε δοκιμές και πράγματι με πείραμα είδαμε ότι όταν αυξανόταν η πίεση του νερού, οι σχάρες ανασηκώνονταν έως 5 μέτρα! “Έχεις δίκιο, τι κάνουμε τώρα;” με ρώτησαν. Τους είπα να αλλάξουν τις γωνίες τοποθέτησης, την κλίση των σχαρών γιατί ήταν τοποθετημένες λάθος και το πρόβλημα θα διορθωνόταν κατά πολύ. Αν και το ιδανικό θα ήταν να τοποθετήσουν ανθυποβρυχιακό δίχτυ σε κάποια απόσταση, έτσι τους πρότεινα.

 

Κ. Δ.: Ποιά η σχέση σας με άλλους γνωστούς επαγγελματίες του χώρου;

 

Γ. K.: Με όλους στον χώρο διατηρώ καλές σχέσεις. Είναι πολλοί αυτοί που έχω συνεργαστεί. Ενδεικτικά αναφέρω τον Ευγένιο Βουδούρογλου, τους αδελφούς Σεγρεδάκη, τον Παντελή και τον Χρήστο Στάμου. Ήταν άψογοι επαγγελματίες.

 

Κ. Δ.: Με τον κινηματογραφιστή Αλέξη Παπαδόπουλο πως γνωριστήκατε;

 

Γ. K.: Με τον Αλέξη γνωριστήκαμε από παλιά. Όποτε θέλαμε υποβρύχια βίντεο τον φωνάζαμε. Γίναμε καλοί φίλοι. Τώρα συναντιόμαστε που και που στο Λαύριο.

 

Κ. Δ.: Ποιές ήταν οι πιο εντυπωσιακές καταδύσεις που κάνατε;

 

Γ. K.: Οι ελληνικοί βυθοί είναι άγριοι και όμορφοι αλλά ξεχωρίζω και τους βυθούς της Σαουδικής Αραβίας για τη θαλάσσια ζωή. Εκεί εξοικειώθηκα με τους καρχαρίες, τα μπαρακούντα και τις τεράστιες σμέρνες.

 

Κ. Δ.: Εντυπωσιακή η αρχή, εκπληκτική η πορεία, αλλά μιλήστε μου για το τέλος.

 

Γ. K.: Το τέλος ήταν τραγικό. Ήταν 5 Ιουνίου το 2009 και ο φίλος μου ο Γιάννης Πανάγος είχε αναλάβει τη συντήρηση στην τεχνητή, πλωτή νησίδα της ΕΚΟ στον Θερμαϊκό κόλπο, ανοιχτά του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Βρισκόταν λοιπόν πάνω σε αυτές τις λιμενικές εγκαταστάσεις, είχε παραγγείλει κάποια υλικά και περίμενε το ρυμουλκό για να έρθει και να τα ξεφορτώσει. Κάποια στιγμή το ρυμουλκό φάνηκε και πλησίασε στην προβλήτα, αλλά ο οδηγός ήταν μεθυσμένος και την εμβόλισε. Δημιουργήθηκε ρήγμα. Ο Πανάγος έτρεξε στο σημείο, έσκυψε να δει τη ζημιά και το ρυμουλκό ξαναπροσέκρουσε και τον συνέθλιψε. Άδοξο τέλος για τον αγαπημένο μου φίλο που ήταν 61 ετών. Τα πάντα μάταια. Τα πάντα πήραν την κάτω βόλτα. Εκείνος είχε τη διαχείριση της εταιρίας. Εγώ σιχάθηκα τη θάλασσα. Σταμάτησα κάθε ασχολία, αποσύρθηκα. Τώρα είμαι συνταξιούχος. Όμως δίνω τεχνικές συμβουλές σε φίλους και σε επαγγελματίες όταν μου ζητηθεί. Όταν βρίσκομαι στη θάλασσα, φεύγω στα ανοιχτά, δεν μπορώ να μείνω κάπου στάσιμος.

 

Κ. Δ.: Τι γεύση σας έχουν αφήσει όλα αυτά που περάσατε κ. Γιώργο;

 

Γ. K.: Αλμυρή.

 

ΣΧΟΛΗ ΟΜΑΔΩΝ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ, 1967

1 2 3 4 5

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΠΙΓΕΙΑ & ΠΛΩΤΑ ΜΕΣΑ

6 7 10 11 12 13 14 15

16

Το ρυμουλκό "PANAGOS II" τύπου tug/supply που έφερε ο Γ. Κολίσογλου από το Αμπιτζάν της Αφρικής.

 

 

ΑΝΕΛΚΥΣΕΙΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ

17 18 19 20 21 22 23 24 25

26

Kοπή πλοίου προς ανέλκυση, δείτε την κάθετη τομή ακριβείας.

 

 

27 28 29 30 31 32 33 34

Το "ΒΟΛΟΣ I" που ανελκύστηκε και επισκευάστηκε σε "VOLOS II".

 

 

35

Το αρχικό σχέδιο για την ανέλκυση του "ΚΩΣΤΑΚΟΣ" από το μέγιστο βάθος των 150-155 μέτρων.

 

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΣΗ ΑΓΩΓΩΝ

36

Διατομή αγωγού, εδώ φαίνεται το μέγεθος του.

 

 

37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47

Ο Γ. Κολίσογλου επί το έργον.

 

 

48 49 50 51 52 53 54 55 56 9 10 59 60 61 62 63 64 65 66 67 69 68

Κατασκευή υδατοστεγή θαλάμου (caisson)
για τη διεξαγωγή υποβρύχιων εργασιών.

 

 

70 71 72 73 74 75 76 77

ΠΟΝΤΙΣΗ ΚΑΛΩΔΙΩΝ

78 79 80 81 82 83 84

85

Διατομή υποβρύχιου καλωδίου ηλεκτροδότησης.
(Από μέσα προς τα έξω: σερπαντίνα, στρώμα χαλκού, πρεσαρισμένο λαδόχαρτο, στρώμα από μολύβι,
πλαστικοποίηση, ατσάλινες βέργες ως προστατευτικό πλέγμα και για εξωτερικό περίβλημα πισσαρισμένο υλικό.
Μέσα από το κάθε καλώδιο περνάει λάδι με πίεση για την ψύξη.)

 

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΗ ΦΡΑΓΜΑΤΩΝ

87 88 89 90

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΡΧΕΙΟΥ Γ. ΚΟΛΙΣΟΓΛΟΥ

91 92 93

94

Και η ανάπαυση επιτρέπεται, μόνο υποβρυχίως.

 

 

95 96 97

Τα έξτρα της δουλειάς. Εδώ ανέλκυση πνιγμένης αγελάδας.

 

 

98 99 100 101 102 103 104 105 8

Η φωτογραφική μηχανή NIKONOS IV-A, 1980.

 

 

9 106 107 108

Ένας από τους ρυθμιστές του Γ. Κολίσογλου,
ο κλασικός Mistral.

 

 

109 110 112 111

Και λίγο ψάρεμα τις ελεύθερες ώρες.

 

 

113

Σειρές από δόντια καρχαρία που χτύπησε ο Γ. Κολίσογλου.

 

 

114 1000

Ο γράφων Κων/νος Δασκαλόπουλος (αριστερά) με τον Γεώργιο Κολίσογλου (δεξιά), σήμερα.

 

 

1001

Ο Γ. Κολίσογλου πριν 50 χρόνια περίπου.

 

 

H ομάδα LFT ευχαριστεί θερμά τον κ. Γεώργιο Κολίσογλου για την παροχή πολύτιμων πληροφοριών και φωτογραφικού υλικού του προσωπικού του αρχείου, καθώς και τον γιο του Στέλιο Κολίσογλου για κάθε βοήθεια όλο το διάστημα προετοιμασίας του αφιερώματος.

 

 

Αρθρογραφία & Φωτογραφία

Κων/νος Δασκαλόπουλος

Συνέντευξη & Φωτογραφίες Προσωπικού Αρχείου

Γεώργιος Κολίσογλου

Στέλιος Κολίσογλου

Γενική Επιμέλεια Άρθρου

Ασπασία Κατσή