Σταύρος Μιχαηλίδης - Ένας γερο-βάτραχος θυμάται

Ο κ. Σταύρος Μιχαηλίδης γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία. Η καταγωγή του είναι από Μικρά Ασία. Είναι 55 χρόνια μαζί με τη σύζυγο του Ξένια και έχουν αποκτήσει 3 γιους και εγγόνια.

Το 1959 κλήθηκε να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό και πήρε την απόφαση να υπηρετήσει ως βατραχάνθρωπος. Εκεί τον οδήγησε η αγάπη του για την πατρίδα μας και τη θάλασσα καθώς και η γνωριμία του με τον τότε εκπαιδευτή των πρώτων Σχολείων Υποβρύχιων Καταστροφών κ. Νικόλαο Καρτελιά. Αν και έπειτα δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με το υγρό στοιχείο, αλλά έγινε χρυσοχόος, δεν έπαψε να αγαπάει τη θάλασσα και συνήθιζε να καταδύεται, όποτε του δινόταν η ευκαιρία. Συνήθεια που διατηρεί ακόμα και σήμερα σε ηλικία 79 ετών πλέον! Ο κ. Σταύρος Μιχαηλίδης είναι ένας άνθρωπος παράδειγμα. Παράδειγμα ζωής, θέλησης και δύναμης.

Του ζήτησα λοιπόν να μας παραχωρήσει μία μικρή συνέντευξη και εκείνος πρόθυμα μας μετέφερε αρκετά χρόνια πίσω, στη δεκαετία του ’50, εκεί που ξεκινάει η γνωριμία του με τον βυθό καθώς και η προσωπική του καταδυτική ιστορία. Σε μια εποχή που η κατάδυση ήταν τόπος άγνωστος για τους περισσότερους και τοπίο θολό για αυτούς που τολμούσαν να κάνουν τα πρώτα βήματα και να εξερευνήσουν τον υποβρύχιο κόσμο.


16 Ιανουαρίου 2016

 

Συνέντευξη του Σ. Μ.

στον Κ. Δ.

 

Κ. Δ.: Θυμάστε κ. Σταύρο ποιά ήταν η πρώτη σας επαφή με τη θάλασσα;

 

Σ. Μ.: Κώστα, από 10 χρονών ασχολήθηκα με τη θάλασσα. Ήταν στο DNA μου. Οι γονείς μου δεν είχαν καμία απολύτως σχέση. Και μόνο εγώ από τα τρία αδέλφια είχα έρωτα με τη θάλασσα. Ήμουν τρελός και παλαβός γι’ αυτήν. Ξεκίνησα και πήγαινα από μικρός για ψάρεμα. Και ξέρεις πως ψάρευα; Είχα φτιάξει αυτοσχέδιο ψαροτούφεκο. Είχα πάρει έναν σωλήνα, είχα δέσει πάνω του ένα χοντρό λάστιχο και είχα φτιάξει και ένα χειροποίητο καμάκι. Φαντάσου ότι ήταν μία ιδιοκατασκευή που λειτουργούσε ακριβώς όπως μία σφεντόνα. Σου μιλάω τώρα για το 1952 ή το 1953. Ήμουν 15 χρονών περίπου. Μάσκα είχα μία της Balco που είχα αγοράσει από τον Μαγγριώτη, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα με είδη κάμπινγκ στη Μητροπόλεως. Από εκεί είχα πάρει και τα πέδιλα μου που ήταν από λάστιχο και αν δεν κάνω λάθος νομίζω ότι ήταν και αυτά της ίδιας εταιρίας. Με αυτόν τον εξοπλισμό βουτούσα και ψάρευα.

 

Κ. Δ.: Πως πήρατε την απόφαση να υπηρετήσετε στις υποβρύχιες καταστροφές;

 

Σ. Μ.: Ήταν το 1957 όταν κάναμε εκείνη την εποχή κάμπινγκ στη Φανερωμένη, στη Σαλαμίνα. Είμασταν τέσσερις φίλοι παρέα. Εγώ με τα δύο ξαδέλφια μου και έναν φίλο. Ο φίλος μας ήταν ομαδάρχης σε μία κατασκήνωση στην περιοχή και εμείς πήγαμε και κάναμε κάμπινγκ εκεί, ακριβώς δίπλα στην κατασκήνωση. Τότε είχε επιστρέψει ο Νίκος Καρτελιάς από την Αμερική, ο πρώτος Έλληνας βατραχάνθρωπος. Ήταν υπαξιωματικός του Π/Ν και του είχαν δώσει τρίμηνη άδεια να ξεκουραστεί, αλλά παράλληλα του είχαν χρεώσει και μία δεκαεξάκοπο λέμβο, ξύλινη, για να μαθαίνει τα παιδιά της κατασκήνωσης κωπηλασία. Εκεί λοιπόν γνωριστήκαμε με τον Καρτελιά. Ήμουν 20 χρονών τότε. Μας είπε ότι ήταν βατραχάνθρωπος, ότι είχε τελειώσει τη Σχολή Βατραχανθρώπων της Αμερικής και ότι ξεκουραζόταν και μάθαινε και τα παιδιά κωπηλασία. Ξεκινήσαμε λοιπόν και κάναμε μαζί ψαροτούφεκο. Και μάλιστα κάναμε ψαροτούφεκο τη νύχτα. Δεν υπήρχαν υποβρύχιοι φακοί, παρά μόνο καρφώναμε ένα ξύλο μπροστά στην πλώρη της βάρκας και κρεμούσαμε 4 λουξ. Τα λουξ ήταν φανάρια πετρελαίου. Η βάρκα πήγαινε μπροστά να μας φωτίζει και εμείς στο πλάι ψαρεύαμε. Αυτή λοιπόν η γνωριμία έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα απόφαση μου.

 

Κ. Δ.: Πως λοιπόν βρεθήκατε εκεί;

 

Σ. Μ.: Όταν έφτασε η ώρα παρουσιάστηκα στο Κέντρο Εκπαίδευσης Παλάσκας του Πολεμικού Ναυτικού. Ήμουν 22 χρονών, γιατί αργούσαν τότε να μας πάρουν στο ναυτικό. Στο Κ.Ε. Παλάσκας λοιπόν μια ημέρα, αόρκιστος ήμουν ακόμη, είδα μια ομάδα με κράνη που έτρεχαν και φώναζαν “Ο.Υ.Κ.” “Ο.Υ.Κ.”. Κάποια στιγμή λοιπόν που ήμουν ελεύθερος υπηρεσίας, ναύτη πυροβολητή με είχαν επιλέξει, συνάντησα στον δρόμο μου κάποιον από αυτή την ομάδα, τον σταμάτησα και του ζήτησα να μου εξηγήσει τι ακριβώς έκαναν. Μου απάντησε ότι ήταν βατραχάνθρωποι και ότι πέρναγαν εκπαίδευση. “Ξέρεις κάποιον Νίκο Καρτελιά;” τον ρώτησα. “Φυσικά, είναι ο εκπαιδευτής μας” μου απάντησε και μου έδειξε που ακριβώς θα τον έβρισκα. Όταν ένα απόγευμα ξαναβρήκα ευκαιρία πήγα σε εκείνο το μέρος που μου είχε υποδείξει. Πίσω από την ιματιοθήκη θυμάμαι ήταν η Σχολή Βατραχανθρώπων. Με το που με είδε ο Καρτελιάς χάρηκε πολύ. “Βρε, καλώς τον Σταύρο” με αγκάλιασε. “Τι γίνεται εδώ Νίκο;” τον ρώτησα. “Σταύρο μου, το στοιχείο σου” μου είπε. “Είναι καλά εδώ ή θα μου βγει η ψυχή;” του λέω. “Είναι δύσκολα αλλά ωραία, μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ” με ενθάρρυνε. Μια ημέρα που είμασταν όλοι οι ναύτες μαζί στην αίθουσα διδασκαλίας της Σχολής Πυροβολικού, μπήκε μέσα ένας αξιωματικός, ο οποίος λεγόταν Μωραϊτίνης, είχε τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου και ήταν αξιωματικός εκπαιδεύσεως της Σχολής Βατραχανθρώπων. Είχε έρθει για να επιλέξει εθελοντές για το σώμα. “¨Οποιος θέλει να εγγραφεί να γίνει υποψήφιος βατραχάνθρωπος…” πριν τελειώσει τη φράση του, σήκωσα το χέρι μου.

“Κάτσε μην βιάζεσαι, κάτσε να ακούσεις πρώτα. Αμέσως σε έπιασε η βιασύνη” μου είπε με έντονη φωνή.

“Θέλω να με γράψετε”.

“Ρε, κάτσε κάτω”.

“Όχι, θέλω να με γράψετε”.

“Α, εσύ επιμένεις πολύ”.

“Ναι, επιμένω”.

“Ε, λοιπόν σε γράφω” μου είπε.

Έτσι βρέθηκα στη Σχολή Βατραχανθρώπων, τέλη Ιουλίου του 1959, ως υποψήφιος βατραχάνθρωπος στο 4ο Σχολείο Υποβρύχιων Καταστροφών.

 

Κ. Δ.: Πως ήταν στην αρχή; Είχατε καλή ψυχολογία;

 

Σ. Μ.: Με το που τελείωσαν οι 30 ημέρες βασικής εκπαίδευσης των ναυτών, ο καθένας πήρε τον δρόμο του ανάλογα την ειδικότητα του. Άλλος πυροβολητής, άλλος σηματωρός, άλλος ΡΕ (ραδιοεντοπιστής/ραδιοτηλεγραφητής), άλλος διαχειριστής. Και άλλες διάφορες ειδικότητες υπήρχαν. Έφευγαν λοιπόν όλοι σιγά σιγά, για τον στόλο, για τα καράβια, σε διάφορες υπηρεσίες. Όσοι όμως ήταν υποψήφιοι βατραχάνθρωποι παρέμειναν εκεί, σε αναμονή για την πρώτη διαλογή. Η ψυχολογία μου ήταν πολύ καλή, το είχα πάρει απόφαση, το είχα χωνέψει που λένε. Έπρεπε να μείνω. Ήρθε και μας πήρε λοιπόν ο Καρτελιάς και “ποιός είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε”. Τα γυμνάσια ήταν απ’ την αρχή εξουθενωτικά και όταν λέω εξουθενωτικά το εννοώ. Είχαν δηλώσει πολλά άτομα, δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό, αλλά ήταν αρκετοί, 200 με 300 υποψήφιοι. Περίπου σε μία εβδομάδα και πριν ξεκινήσει η εβδομάδα του διαβόλου είχαμε μείνει πέντε έξι. Το σχολείο είχε διάρκεια 6 μήνες, όμως από την πρώτη ημέρα ήταν τόσο εξαντλητικό και αγχωτικό το πρόγραμμα που οι περισσότεροι κόβονταν. Αυτό γινόταν για να ξεκαθαρίσει το τοπίο, δεν μπορούσαν να κρατάνε τόσα άτομα εκεί.

 

Κ. Δ.: Εκπαιδευτής ήταν μόνο ο Ν. Καρτελιάς ή υπήρχαν κι άλλοι εκπαιδευτές;

 

Σ. Μ.: Αξιωματικός εκπαιδεύσεως, όπως προανέφερα ήταν ο ανθυποπλοίαρχος Μωραϊτίνης. Οι εκπαιδευτές στη σειρά μας ήταν 3 υπαξιωματικοί. Ο Νίκος Καρτελιάς που ήταν εκπαιδευτής επικεφαλής. Ο Κώστας Τζουάννης, ο οποίος ήταν από τη Σαλαμίνα, πολύ καλός εκπαιδευτής και αξιόλογος άνθρωπος και ο Κανταρέλης. Υπήρχαν και 3 βοηθοί εκπαιδευτών, οι οποίοι ήταν ναύτες, στρατεύσιμοι. Ο ένας λεγόταν Κιούπιολης, ο άλλος Καπούτσος και ο τρίτος Μονδάνος. Αν και έχουν περάσει σχεδόν 57 χρόνια από τότε θυμάμαι ακόμα τα ονόματα τους.

 

Κ. Δ.: Η συνέχεια πως ήταν;

 

Σ. Μ.: Προσαρμόστηκα στις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και οι εβδομάδες πέρασαν. Μετά το πρώτο τρίμηνο ήρθε και η άλλη σειρά που ήταν άλλα 300 περίπου άτομα. Αν και πέρασαν 600 περίπου άτομα από τη Σχολή Βατραχανθρώπων εκείνη την περίοδο, τελικά έμειναν μόνο 17. Κατά τον τέταρτο μήνα άλλοι 5 βατραχάνθρωποι δεν άντεξαν και αφού δήλωσαν αδυναμία, παραιτήθηκαν. Απ’ τις δύο σειρές λοιπόν του 4ου Σχολείου Υποβρύχιων Καταστροφών κατάφεραν να φτάσουν στο τέλος και να πάρουν πτυχίο μόνο 12 άτομα. Ανάμεσα τους ήμουν κι εγώ.

 

Κ. Δ.: Μιλήστε μου λίγο για τη διαβολοβδομάδα.

 

Σ. Μ.: Γινόταν μόνο μία φορά στην αρχή της εκπαίδευσης στα Σ Υ/Κ και όπως το λέει η λέξη ήταν πραγματικά κόλαση. Για μία εβδομάδα δεν μας έδιναν φαγητό, παρά μόνο ελάχιστο. Το ίδιο ίσχυε και για το νερό. Γυμνάσια και καψώνια μέχρι τελικής πτώσεως. Μονίμως μας έριχναν στη θάλασσα, ημέρα και νύχτα. Το βράδυ, μας πέταγαν από τα κρεβάτια με καπνογόνα και τρέχαμε σαν τρελοί, 3 και 4 η ώρα και μας έβαζαν στο νερό μέχρι το λαιμό, μας κρατούσαν εκεί κανένα τέταρτο και δημιουργούσαν συνθήκες αιχμαλωσίας ή εμπόλεμης κατάστασης. Κι όλα αυτά μετά την κούραση όλης της ημέρας. Και 5 και μισή πριν χαράξει, ξεκινούσε μια νέα ημέρα. Τροχάδην από τον Παλάσκα μέχρι τη Χαλυβουργική, φτάναμε δηλαδή μετά την Ελευσίνα και μετά επιστρέφαμε. Και όταν γυρίζαμε εμείς, είχε εγερτήριο το υπόλοιπο στρατόπεδο. Η κούραση ήταν μεγάλη και γι’ αυτό τα περισσότερα παιδιά εγκατέλειπαν και πήγαιναν πλέον στις ειδικότητες που είχαν σαν απλοί ναύτες.

 

Κ. Δ.: Η υπόλοιπη εκπαίδευση ήταν το ίδιο σκληρή; Τι περιελάμβανε;

 

Σ. Μ.: Η καθημερινή εκπαίδευση ήταν σαν την εβδομάδα του διαβόλου. Δεν μπορώ να εντοπίσω σημαντική διαφορά, εκτός του ότι υπήρχε επαρκής ξεκούραση και καλό φαγητό. Όλες βέβαια οι κινήσεις μας γίνονταν τροχάδην. Κάθε πρωί κάναμε κάποια χιλιόμετρα τρέξιμο, φεύγαμε από τον Παλάσκα, όπου στεγαζόμασταν και πηγαίναμε στον Κανελλόπουλο, όπου ανήκαμε διοικητικά. Εκεί τρώγαμε πρωινό και έπειτα επιστροφή. Γυρνούσαμε τρέχοντας “για να χωνέψουμε” και όταν φτάναμε μας πέταγαν στη θάλασσα με τα ρούχα και τα άρβυλα “για να δροσιστούμε”. Μετά ξεκινούσε το κανονικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε όλο ασκήσεις. Καθημερινά στον στίβο μάχης και ατελείωτη κολύμβηση. Θυμάμαι μας έριχναν στο νερό και έπρεπε να διανύσουμε μία αρκετά μεγάλη απόσταση στην περιοχή της Ε.Υ.Ο. (Εφορία Υφάλων Όπλων). Η Ε.Υ.Ο. ήταν μία υπηρεσία επισκευής τορπιλών. Εκεί γεμίζαμε και τις φιάλες μας, γιατί οι τορπίλες δούλευαν με αέρα. Περνούσαμε λοιπόν κολυμπώντας δύο βραχονησίδες, τη Μικρή και τη Μεγάλη Κυρά, όπως τις λέγαμε τότε, γυρνούσαμε δηλαδή ένα ακρωτήριο. Για να καταλάβεις, διανύαμε μία απόσταση από το τέλος του Περάματος, περίπου, έως και τον Σκαραμαγκά.

Επίσης κάναμε ορεινή διαβίωση, στίβο εμποδίων σταθερών και ισορροπίας, αναρριχήσεις και καταρριχήσεις, έρπυση, πορεία με κορμούς ή με τις λέμβους επ’ ώμου, τις λεγόμενες βαρκοπορείες και ότι άλλο μπορείς να διανοηθείς. Θαλάσσιες εκπαιδεύσεις, κωπηλασία, κολύμβηση μάχης με φόρτο και όπλο, ανατροπή και επαναφορά λέμβου, τρέξιμο στην ακτή, νυχτερινές ασκήσεις, ανορθόδοξο πόλεμο. Κάναμε και διδασκαλία τοπογραφίας και ναυσιπλοΐας και πολλά μα πολλά εκρηκτικά. Στα εκρηκτικά είχαμε έναν εκπαιδευτή που ήταν η αυθεντία του Πολεμικού Ναυτικού. Ήταν ο αρχικελευστής Ζαράνης. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ανάπηρος, με το ένα πόδι κομμένο και δεν τον αποστράτευαν διότι, όπως είπαμε, ήταν η αυθεντία της εποχής εκείνης. Περίφημος εκπαιδευτής και σαν άνθρωπος εξαιρετικός. Πολεμικές τέχνες και κυρίως τζούντο μας έκανε ο αείμνηστος Αθ. Καμπαφλής, πρωτοπαλαιστής και Ολυμπιονίκης. Κάναμε ασκήσεις που ονομάζονταν “διείσδυση σε εχθρική ενδοχώρα” και σενάρια κατάληψης φυλακίων σε πραγματικές συνθήκες. Ακινητοποιούσαμε τους σκοπούς κάποιες νύχτες, τους δέναμε χειροπόδαρα και τους πέρναμε τα όπλα. Και τα παιδιά έκλαιγαν, γιατί ήξεραν ότι υπήρχε αυστηρή ποινή.

Επιπλέον, κάναμε εκκενώσεις οικιών, χαρτογράφηση και εκκαθάριση ακτής και δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για απόβαση από τον στρατό με τα άρματα μάχης. Πεζοναύτες δεν υπήρχαν ακόμα. Κάναμε και ασκήσεις υποβρύχιας εκκαθάρισης με εκρηκτικά, καθώς και χαρτογράφηση της θάλασσας, αλλά και της ακτής. Μέχρι και τη συχνότητα του κυματισμού ανά λεπτό καταγράφαμε και ειδοποιούσαμε, ώστε το αρματαγωγό πλοίο να βγει μέχρι έξω και να ανοίξει την πόρτα μπροστά για την αποβίβαση των αρμάτων. Εδώ θέλω να τονίσω ότι τα αρματαγωγά είχαν τη ράμπα αποβίβασης των αρμάτων και των λοιπών μηχανοκίνητων μπροστά. Μόνο τη “Ναυκρατούσα”, ένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο που ήταν επιτελείο διοικήσεως πλοίων αποβάσεων και όπου στεγαζόμασταν, θυμάμαι με οπίσθιο άνοιγμα. Με σύστημα δεξαμενών βυθιζόταν από τη μέση και πίσω για την είσοδο και έξοδο αποβατικών πλοιαρίων που λέγονταν LCU (Landing Craft Utility).

 

Κ. Δ.: Όσον αφορά τις καταδύσεις, τι εκπαίδευση κάνατε;

 

Σ. Μ.: Η εκπαίδευση στις καταδύσεις γινόταν τότε αποκλειστικά στη θάλασσα. Η πισίνα ήταν για ασκήσεις κολύμβησης και απόκτηση υδροβιότητας. Ξεκινήσαμε καταδύσεις σιγά σιγά σε ένα μικρό τεχνητό λιμάνι, το λεμβαρχείο. Πάντα με το ζευγάρι μας και δεμένοι μαζί με ένα σχοινί στην αρχή, για να μας γίνει βίωμα. Η εκπαίδευση απ’ όσο θυμάμαι άρχιζε μετά το πρώτο τρίμηνο για να έχουμε καλή φυσική κατάσταση και αντοχή. Πρώτα παρακολουθήσαμε θεωρητικά μαθήματα και στη συνέχεια πήγαμε στη θάλασσα. Εκπαιδευτήκαμε να βουτάμε και με ανοιχτό κύκλωμα και με κλειστό. Κατά κύριο λόγο καταδυόμασταν με ανοιχτό κύκλωμα, δηλαδή με φιάλες ατμοσφαιρικού αέρα και πιο σπάνια με κλειστό κύκλωμα, δηλαδή με επαναπνευστήρες (rebreathers), είτε με χρήση μίγματος αερίων εμπλουτισμένο με οξυγόνο (Nitrox), είτε με 100% οξυγόνο. Ο επαναπνευστήρας ήταν πιο μάχιμος, διότι εξαιτίας της έλλειψης φυσαλίδας, ήταν δύσκολος ο εντοπισμός του δύτη από τον εχθρό. Όμως δεν μας επέτρεπε να καταδυόμαστε σε βάθος πέρα των 14 μέτρων και ήθελε ιδιαίτερη προσοχή στην προετοιμασία του και στη συντήρηση. Οι συσκευές κλειστού κυκλώματος ήταν λίγες και κατά συνέπεια τις χρησιμοποιούσαμε πιο αραιά και σε συγκεκριμένες ασκήσεις. Ένας βατραχάνθρωπος θυμάμαι, ο Γιάννης Φιλιππάτος, ξεπέρασε με επαναπνευστήρα το μέγιστο επιχειρησιακό βάθος με χρήση 100% οξυγόνου και βίωσε ένα επικίνδυνο περιστατικό τοξικότητας, οπότε και διεκομίσθη στο ναυτικό νοσοκομείο της μονάδας στον ναύσταθμο. Όλες οι διαδικασίες, όσον αφορά τις καταδύσεις, γίνονταν αγχωτικά, η προετοιμασία, η είσοδος και η έξοδος από το νερό.

 

Κ. Δ.: Είχατε αντιμετωπίσει κάποιο άλλο επικίνδυνο περιστατικό;

 

Σ. Μ.: Κοίτα Κώστα, σίγουρα υπήρξαν κάποιοι τραυματισμοί από τη σκληρή εκπαίδευση. Δεν συνέβη όμως κάτι ακραίο, πνιγμός για παράδειγμα ή κάποιο άλλο σοβαρό ατύχημα. Είχαμε και κάποια προβλήματα με τα αυτιά μας από τις καταδύσεις, αλλά αυτά ήταν μέσα στο πρόγραμμα. Θυμάμαι όμως ένα περιστατικό που συνέβη σε μία άσκηση του ΝΑΤΟ. Βρισκόμασταν στη θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στο Αγκίστρι και στην Παλαιά Επίδαυρο. Εκεί είχαν κάνει έναν δίαυλο και είχαν ποντίσει νάρκες βυθού. Βουτούσαμε λοιπόν βαθιά με αέρα. Έκανα σε εκείνο το σημείο μία κατάδυση μαζί με τον Καρτελιά και με έναν άλλον συνάδελφο, του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή και ενώ είμασταν στον βυθό ένας καρχαρίας μας περιτριγύριζε από πάνω και δεν τον είχαμε αντιληφθεί. Άκουγα όμως θόρυβο από την επιφάνεια, από τη μηχανή του ΑΒΑΚ και κατάλαβα ότι κάτι συνέβαινε. Κάποια στιγμή λοιπόν που μου τελείωνε ο αέρας ειδοποίησα τον Καρτελιά και ξεκίνησα την ανάδυση. Με το που βγήκα στην επιφάνεια, ήρθε γρήγορα το ΑΒΑΚ με μία λαστιχένια λέμβο που την είχαμε δεμένη στο πλάι, ως βοηθητική και με μάζεψε. Με τράβηξαν τόσο γρήγορα πάνω που κόντεψαν να μου βγάλουν τα χέρια. “Έλα πάνω ρε” μου φώναξε ο Τζουάννης. “Κοίτα τι σας περιτριγύριζε” και μου έδειξε τον καρχαρία σε μικρή απόσταση. Γύρισα και τον είδα τρομαγμένος και αμέσως σκέφτηκα τον Καρτελιά που σε λίγη ώρα θα έβγαινε. Αλλά ο χειριστής του ΑΒΑΚ κατευθυνόταν συνέχεια προς το μέρος του και μάρσαρε, μέχρι που ο καρχαρίας απομακρύνθηκε και χάθηκε. Βγήκε και ο Καρτελιάς και ευτυχώς δεν έγινε κάτι κακό.

 

Κ. Δ.: Στον Σύνδεσμο Ελλήνων Βατραχανθρώπων πως βρεθήκατε μετά από τόσα χρόνια;

 

Σ. Μ.: Εντελώς τυχαία. Είχε έρθει ένας πελάτης στο μαγαζί μου, στο κέντρο της Αθήνας και πως πιάσαμε την κουβέντα, μου είπε ότι ήταν βατραχάνθρωπος. Του είπα και εγώ ότι υπηρέτησα στο Πολεμικό Ναυτικό, αλλά δεν του είπα αμέσως ότι ήμουν στο 4ο Σ Υ/Κ. Εκείνος υποψιάστηκε κάτι, γιατί γνώριζα πολλές λεπτομέρειες. Όταν του είπα ότι ήμουν από τους πρώτους Έλληνες βατραχανθρώπους δεν με πίστευε. Έφυγε λοιπόν αμέσως και πήγε στον Σύνδεσμο, έψαξε τις καταστάσεις και με βρήκε. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο μετά από μία ώρα και μου ζήτησε συγγνώμη που δεν με πίστευε, μου είπε ότι όφειλε να με σεβόταν κιόλας και με έγραψε στον Σύνδεσμο. Βέβαια, λόγω του περιορισμένου χρόνου μου δεν συμμετέχω σε πολλές δραστηριότητες. Πηγαίνω στην ετήσια κοπή πίτας και συνομιλώ με κάποια άλλα μέλη και φυσικά κρατάω επαφές. Γνωρίστηκα και με τον Θανάση Λερούτσο, ο οποίος είναι ένα εξαίρετο παλληκάρι, μου μιλάει πάντα με σεβασμό και χαίρομαι την παρέα του.

 

Κ. Δ.: Τις φωτογραφίες αυτές που έχετε στο αρχείο σας, ποιός τις τράβηξε;

 

Σ. Μ.: Αυτές τις φωτογραφίες τις τράβηξε ο φίλος μου ο Μιχάλης Αλεξίου, ο οποίος ζει στον Καναδά. Ήταν ερασιτέχνης φωτογράφος και βατραχάνθρωπος. Είμασταν μαζί στην εκπαίδευση και εκείνος τραβούσε κάποιες ερασιτεχνικές φωτογραφίες, όποτε βέβαια έβρισκε ευκαιρία. Είναι μοναδικές και δεν γνωρίζω αν υπάρχουν πιο παλιές, δηλαδή πριν το 4ο Σ Υ/Κ του 1959.

 

Κ. Δ.: Ευχαριστώ πολύ κ. Σταύρο για τον χρόνο σας, αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο. Τελειώσατε με επιτυχία το 4ο Σ Υ/Κ τον Φεβρουάριο του 1959 μετά από 6 μήνες σκληρής εκπαίδευσης, έντασης και καθημερινής δοκιμής των ορίων σας. Αργότερα είχατε και επιτυχίες στη ζωή σας, στον οικογενειακό και επαγγελματικό τομέα. Πραγματικά, υπάρχει κάτι που να νιώθεται ότι λείπει;

 

Σ. Μ.: Είμαι ευτυχισμένος αν και πολλές φορές αντιμετώπισα δυσάρεστες καταστάσεις στη ζωή μου, δυσκολίες και προβλήματα. Αλλά έτσι είναι η ζωή, μία διαρκής μάχη.

 

 0

4o Σ Υ/Κ, εμπειρία ολόκληρης ζωής.
1
Στον πύργο, κατάβαση κεκλιμένης.
2 3
Στο σχοινί ο Σταύρος Μιχαηλίδης.
5
Στην αράχνη, ελεύθερη ανάβαση & κατάβαση.
6
Ο Σταύρος Μιχαηλίδης (αριστερά) στον πύργο με έναν φίλο βατραχάνθρωπο (δεξιά).
7
Στον Ταρζάν, πέρασμα του σκάμματος με σχοινί.
8
Στη μαϊμού, πέρασμα εμποδίου με εναλλαγή χεριών.
9
Ανάποδη έρπυση.
10
Ένας βατραχάνθρωπος στο “16 ΕΜΠΟΔΙΟΝ” (παρατηρείστε τη στολή του με το παντελόνι τύπου blue jeans).
11
Υποβρύχια κολύμβηση στην πισίνα.
12
Με αυτόν τον τρόπο γινόταν η βαρκοπορεία.
13
Ο Σταύρος Μιχαηλίδης κρατώντας τις τριπλές φιάλες ατμοσφαιρικού αέρα της AGA. Η στολή κατάδυσης ήταν η πρώτη που διέθετε η Σχολή Βατραχανθρώπων το 1959.
14
Οι τριπλές φιάλες από ατσάλι ελβετικής προέλευσης της AGA ΧΡΩΠΕΙ.
15
Ο Σταύρος Μιχαηλίδης στην εξέδρα επισκευής των πλοίων του ναυτικού, φορώντας τη συσκευή οξυγόνου και με βελτιωμένη στολή κατάδυσης.
16
Εδώ διακρίνονται οι πνεύμονες του επαναπνευστήρα.
17
Έξοδος μετά από κατάδυση με κλειστό κύκλωμα.
18
Άσκηση ανατροπής και επαναφοράς λέμβου.
19
Άσκηση ρίψης και περισυλλογής. Οι βατραχάνθρωποι έπεφταν στο νερό ανά 15 οργιές, ενώ το σκάφος ήταν εν κινήσει, με σκοπό τον έλεγχο του βυθού για την απόβαση.
20
Κατάδυση από ΑΒΑΚ. Δύτες από τις δύο σειρές του 4ου Σ Υ/Κ με εκπαιδευτή τον ανθυποπλοίαρχο Παπαδάκο.
21
Είσοδος με γιγαντιαίο βήμα με τριπλές φιάλες της AGA σε σειρά.
22
Ο Σταύρος Μιχαηλίδης στην επιφάνεια μετά από κατάδυση, αναπνέοντας από τον περίφημο ρυθμιστή της AQUA LUNG, τον Mistral.
23
Μάσκα της Balco.
24
Ο Σταύρος Μιχαηλίδης πριν την κατάδυση με ανοιχτό κύκλωμα.
25
Στη μεγάλη λέμβο που χρησίμευε ως γέφυρα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο πρώτος από αριστερά είναι ο Γεράσιμος Κουτουφάς, ο οποίος πνίγηκε σε ναυάγιο στο Ντόβερ στην Αγγλία (δες σχετικό αφιέρωμα στο τέλος του άρθρου).
26
Μία “οικογενειακή φωτογραφία” του 4ου Σ Υ/Κ.
27 28 29
Στιγμές ανάπαυσης δίπλα στην πισίνα.
26
Στην πισίνα, πάνω στο δίχτυ προστασίας.
31
Βατραχάνθρωποι με τις πρώτες στολές κατάδυσης της Σχολής Βατραχανθρώπων (1959).
26 32b
 
33
Ν. Καρτελιάς, εκπαιδευτής 4ου Σ Υ/Κ.
34
Σ. Μιχαηλίδης, μαθητής 4ου Σ Υ/Κ.
35
 
36
Φωτογραφία του Σταύρου Μιχαηλίδη σε στρατιωτικό έγγραφο του 1959.
37
Το 4ο Σχολείο Υ/Κ του 1959. 6 μήνες εξουθενωτικής εκπαίδευσης. Δύο σειρές βατραχανθρώπων. Πάνω από 600 υποψήφιοι. 17 στην τελική φάση. 5 ακόμα εγκατέλειψαν. 12 τερμάτισαν.
38
Το πτυχίο του Σταύρου Μιχαηλίδη από τη Σχολή Βατραχανθρώπων (Ιανουάριος 1960) με τελική βαθμολογία 75,79 τοις εκατό.
39
Φιάλη της AGA ΧΡΩΠΕΙ.
40
Ο κ. Σταύρος Μιχαηλίδης σήμερα.
41a 41b
Ο κ. Σταύρος Μιχαηλίδης με τον γράφοντα.
 

Γεράσιμος Κουτουφάς - Αφιέρωμα στο περιοδικό Εικόνες mix1 mix2 mix3 mix4 mix5 mix6

 
43

   

 www.liquidfloorteam.gr

Αρθρογραφία & Φωτογραφία

Κων/νος Δασκαλόπουλος

Συνέντευξη & Φωτογραφίες Προσωπικού Αρχείου

Σταύρος Μιχαηλίδης

Γενική Επιμέλεια Άρθρου

Ασπασία Κατσή